Εκτεταμένη Ιστορική Αναφορά

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Από ιδρύσεως του σύγχρονου ελληνικού κράτους, βασική και διαχρονική επιδίωξη ήταν η δημιουργία αποτελεσματικού Τακτικού Στρατού. Η έλλειψη ικανών και επαρκώς εκπαιδευμένων στελεχών τόσο σε Αξιωματικούς όσο και Υπαξιωματικούς διαμόρφωσαν τις συνθήκες μέχρι και το 1880, ώστε να καταστεί σαφής η ανάγκη παραγωγής ποιοτικών χαμηλόβαθμων στελεχών με στόχο την πλήρωση των μάχιμων Μονάδων με ικανούς ηγέτες μικρών κλιμακίων.

Προπαρασκευαστικόν Υπαξιωματικών Σχολείον

Ο Χαρίλαος Τρικούπης αναγνώρισε από την πρώτη κιόλας κυβερνητική θητεία του, στο μακρινό 1875, την ανάγκη για ανασυγκρότηση των Ενόπλων Δυνάμεων. Παράλληλα, κρίθηκε επιτακτική η πνευματική βελτίωση των στελεχών του Στρατεύματος με την παροχή σε αυτούς ανώτερης ακαδημαϊκής και στρατιωτικής εκπαίδευσης. Ως αποτέλεσμα, η κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη αποφάσισε και νομοθέτησε για πρώτη φορά την ίδρυση του Προπαρασκευαστικού Υπαξιωματικών Σχολείου (ΠΥΣ).

Το καλοκαίρι του 1884 συγκρότησε στην Κέρκυρα το Σχολείο Υπαξιωματικών με πρώτο διοικητή τον Ταγματάρχη (ΠΖ) Θεμιστοκλή Δούκα, απόφοιτο της Τάξης 1864 της ΣΣΕ. Αφότου οργανώθηκε το Σχολείο με την παράλληλη έκδοση των απαραίτητων Διαταγμάτων και των Υπουργικών Αποφάσεων, έλαβαν χώρα οι πρώτες εισαγωγικές εξετάσεις και η πρώτη σειρά αποτελούμενη από 187 «Στρατιώτες Μαθητές» παρουσιάστηκαν στο Σχολείο στην Κέρκυρα στις 10 Οκτωβρίου 1884.

Παρά την αξιόλογη προσπάθεια και την καλή θέληση των Αξιωματικών και εκπαιδευτών που στελέχωναν το Σχολείο, δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνιση τους ορισμένες σοβαρές αδυναμίες που αφορούσαν κυρίως στο σύστημα εισόδου των μαθητών σε αυτό. Αυτό είχε ως άμεση απόρροια το υπάρχον γνωστικό και μορφωτικό επίπεδο των εισαχθέντων να μην ανταποκρίνεται ούτε κατά προσέγγιση στις αυξημένες απαιτήσεις των διδασκομένων στρατιωτικών μαθημάτων, στις οποίες καλούνταν να αντεπεξέλθουν από την πρώτη κιόλας στιγμή οι μελλοντικοί Υπαξιωματικοί.

Αποτέλεσμα των παραπάνω ήτο το άθροισμα της εξισώσης για τη λειτουργία του ΠΥΣ να έχει αρνητικό πρόσημο, το οποίο οδήγησε στην κατάργηση και τη διάλυση του Προπαρασκευαστικού Σχολείου Υπαξιωματικών ύστερα από πέντε χρόνια δράσης.

Προπαρασκευαστική Σχολή Υπαξιωματικών

Αφότου το Προπαρασκευαστικό Υπαξιωματικών Σχολείο έκλεισε τις πύλες του το έτος 1889, οι εξελίξεις που έζησε η μικρή τότε Ελλάδα ήταν κοσμογονικές. Η πτώχευση του κράτους το 1893, ο πόλεμος του 1897, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο εθνικός διχασμός, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Μικρασιατική Εκστρατεία αποτελούν μόνο τις επικεφαλίδες των όσων συνέβησαν. Τα παραπάνω γεγονότα ήταν καθοριστικά για την πορεία του έθνους στην ιστορία και διαμόρφωσαν τις συνθήκες για την επανίδρυση της Σχολής Υπαξιωματικών.

Επιπρόσθετα οι παραπάνω συρράξεις άφησαν το σώμα των Υπαξιωματικών ορφανό από άρτια εκπαιδευμένα στελέχη, καθότι όλη αυτή την περίοδο δεν υπήρχε κάποια Σχολή Υπαξιωματικών, που να παράγει ποιοτικά χαμηλόβαθμα στελέχη και να συμπληρώνει το έμψυχο δυναμικό που σταδιακά μειωνόταν. Η αναπλήρωση των Υπαξιωματικών που φονεύονταν πραγματοποιούνταν κυρίως από εθελοντές.

Ίδρυση Οικοτροφείων και Πρώιμα Βήματα

Εν μέσω της κρίσης ο Αντιστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος ανέλαβε την εξουσία κατά τη διετία 1925-1927. Η κυβέρνηση του, πέρα από τις υπόλοιπες δράσεις που ανέλαβε, «αποφάσισε και διέταξε», όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στο ΦΕΚ της 24 Σεπτεμβρίου 1925, την «συγκρότηση προπαρασκευαστικών Σχολείων μονίμων τεχνιτών και υπαξιωματικών διαφόρων κατηγοριών».

Οι υποψήφιοι για τα άνωθεν στρατιωτικά Σχολεία έπρεπε να πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια που όλα στο σύνολο τους ήταν κοινωνικά. Πιο συγκεκριμένα, δεκτοί προς φοίτηση γίνονταν ορφανά θύματα των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, των πολέμων και λοιπά ορφανά εκ των ήδη λειτουργούντων Οικοτροφείων του κράτους. Επιπλέον, τα ορφανά έπρεπε να έχουν συμπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας τους.

Με συμπληρωματικό διάταγμα, που αναγράφεται στο ΦΕΚ της 9ης Ιανουαρίου 1926, η κυβέρνηση διασαφηνίζει περεταίρω λεπτομέρειες σχετικά με τη λειτουργία των Σχολείων. Αρχικά, ορίζει ρητώς ότι θα ιδρυθούν δύο (2) Σχολεία Τεχνιτών, ένα στην Θεσσαλονίκη και ένα στην Αθήνα, με διοικητή κατώτερο Αξιωματικό του Πυροβολικού και ένα (1) Σχολείο Υπαξιωματικών στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς με διοικητή ανώτερο Αξιωματικό του Πεζικού. Επιπλέον, αποδίδει στα Σχολεία τα παρακάτω ονόματα:

-  Στρατιωτικόν Οικοτροφείον Τεχνιτών Αθηνών
-  Στρατιωτικόν Οικοτροφείον Τεχνιτών Θεσσαλονίκης
-  Στρατιωτικόν Οικοτροφείον υπαξιωματικών Κεφαληνίας

Από τα πρώτα κιόλας βήματα τους, το οικοτροφείο της Κεφαλονιάς έχει αναλάβει αποστολή παρόμοια με της ΠΥΣ (1884-1889). Με διάταγμα που αναγράφεται στο ΦΕΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1926 το οικοτροφείο Κεφαλονιάς μεταφέρεται στη Κέρκυρα και μετονομάζεται σε Στρατιωτικό Οικοτροφείο Υπαξιωματικών Κέρκυρας, ενώ στη συνέχεια με διάταγμα που αναγράφεται στο ΦΕΚ της 24 Ιουνίου 1926 αποφασίζεται η μετονομασία του Στρατιωτικού Οικοτροφείου Υπαξιωματικών Κέρκυρας σε Προπαρασκευαστική Σχολή Υπαξιωματικών (ΠΣΥ), Αξίζει να τονιστεί ότι, εντός ενός χρόνου από την ίδρυση του, το οικοτροφείο έχει ακολουθήσει τα πρότυπα της ΠΥΣ (1884-1889), ενώ στεγάζεται στα ίδια ακριβώς κτίρια, που φιλοξένησαν την τελευταία για πέντε (5) ολόκληρα χρόνια με πρώτο της Διοικητή τον Ταγματάρχη (ΠΖ) Γεώργιο Μάργαρη.

Από την έκδοση του Οργανισμού και έπειτα γίνονται δεκτοί ως μαθητές όχι μόνο ορφανοί, αλλά δευτερευόντως όποιος άλλος νέος επιθυμεί και είναι μεταξύ του 14ου και 17ου έτους της ηλικίας του, Επιπλέον η διάρκεια της φοίτησης, αναφέρετε ρητώς στον οργανισμό, ότι υπό προϋποθέσεις η 5ετής φοίτηση δύναται να περιοριστεί στα 3 έτη.

Πιστή στην αποστολή της για σχεδόν 10 χρόνια η ΠΣΥ στελεχώνει το στράτευμα με τρεις (3) σειρές αποφοίτων αποδίδοντας 422 άρτιους Υπαξιωματικούς.

Ωστόσο, οι συνθήκες της δεκαετίας του 1930 δεν είναι εξίσου ιδανικές. Το χρονίζον και δυσεπίλυτο οικονομικό πρόβλημα καθώς και η έντονη πολιτική αστάθεια θα κλονίσουν τις δομές του κράτους. Απότοκο όλων αυτών η κατάργηση πολλών ιδρυμάτων του. Δυστυχώς σε αυτή τη μαύρη λίστα θα προστεθεί και το όνομα της ΠΣΥ με το νόμο 5820/1933, ο οποίος καταργεί τη Σχολή μετά την αποφοίτηση των ήδη φοιτούντων μαθητών.

ΠΑΤΡΑ

Στις 5 Νοεμβρίου του 1949 ο Α/ΓΕΣ Αντιστράτηγος Γεώργιος Κοσμάς εκδίδει Γενική Διαταγή, με την οποία διατάσσει τη λειτουργία της ΠΣΥ βάσει του Νόμου 5125/1931, δηλαδή το τελευταίο νομοθέτημα της ΠΣΥ (1925-1934), με τις κάτωθι μεταβολές:

•   Ύπαρξη δύο (2) Τάξεων, αντί τριών (3)
•   Οι επιλεγόμενοι μαθητές να είναι ηλικίας 17 και 18 ετών
•   10ετή υποχρεωτική υπηρεσία κατόπιν αποφοιτήσεων, αντί της 8ετούς που ίσχυε
•   Αύξηση των εισακτέων σε 400-500 μαθητές για κάθε τάξη
•   Απαιτούμενο απολυτήριο Ε’ ή ΣΤ’ Τάξεως Δημοτικού Σχολείου

Διατηρούνται τα κοινωνικά κριτήρια επιλογής ορφανόπαιδων από τα οικοτροφεία του κράτους και παιδουπόλεων, όπως και η δυνατότητα υποψηφιότητας οποιουδήποτε άλλου επιθυμούντα νέου από την παραμεθόριο, που πληροί τα προσόντα.

Ως έμβλημα η Σχολή των Πατρών φέρει ένα σύμπλεγμα ξίφους πίσω από μία αρχαιοελληνική ασπίδα επιζωγραφισμένη με μαιάνδρους. Πάνω στην ασπίδα υπήρχε γραμμένο το ρητό «Η ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ».

Πρώτος Διοικητής της ΠΣΥ ορίζεται με την ίδια διαταγή ο Συνταγματάρχης Ιππικού Κωνσταντίνος Βλάχος. Η τοποθεσία που επιλέγεται για την εγκατάσταση της Σχολής είναι η Πάτρα και πιο συγκεκριμένα οι Στρατώνες του πρώην 12ου Συντάγματος Πεζικού.

Στις 16 Δεκεμβρίου 1949 ο Διοικητής της Σχολής εκδίδει την πρώτη Ημερήσια Διαταγή σηματοδοτώντας την επίσημη έναρξη λειτουργίας της και στις 27 Ιανουαρίου 1950 οι νέοι μαθητές γίνονται δεκτοί στο καθόλα έτοιμο περιβάλλον.

Η ηγεσία του στρατεύματος ασκεί στενή επίβλεψη των τεκταινόμενων στην Πάτρα και διεξάγει συχνές επιθεωρήσεις για την εξακρίβωση της προόδου που έχει συντελεστεί. Στην επιθεώρηση της 22 Ιουνίου 1950 ο Στρατάρχης Παπάγος φανερά ικανοποιημένος φέρεται να δήλωσε ότι «αυτά τα παιδιά με έχουν κάνει να χάσω τον ύπνο μου..» Στις 7 Ιουλίου 1950 εκδίδει διαταγή για την μετονομασία της Προπαρασκευαστικής Σχολής Υπαξιω-ματικών σε Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών και στης 10 Ιουλίου 1950 ο Διοικητής της Σχολής Κωνσταντίνος Βλάχος κοινοποιεί την μετονομασία στα στελέχη και στους μαθητές και υπερτονίζει την αξία της.

Ακόμα ένας σταθμός για την Σχολή είναι η κύρωση του νέου οργανισμού της Σχολής το 1952 και ο νόμος 2579/1953 που δίνει πλήρη νομική υπόσταση στη Σχολή συμπληρώνοντας ιδανικά την προσπάθεια βελτιωμένης ανασύστασης της παλαιάς Σχολής.

Ολοκληρώνοντας ακόμα έναν κύκλο στην ιστορία της, η ΣΜΥ αποχωρεί από την Πάτρα στα τέλη Σεπτεμβρίου 1953. Μέσα στο σύντομο χρονικό διάστημα των τεσσάρων (4) χρόνων η πρώην Προπαρασκευαστική Σχολή Υπαξιωματικών ανασυστάθηκε, μετεξελίχθηκε σε Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών και κατά κοινή ομολογία επέτυχε αποτελέσματα πέραν του δυνατού, συνεισφέροντας σημαντικά στο οικοδόμημα που ξεκίνησε στο μακρινό 1884.

ΣΥΡΟΣ

Το φθινόπωρο του 1953 το σύνολο της ΣΜΥ αναχωρεί από την Πάτρα με κατεύθυνση τη Σύρο, υπό τη διοίκηση του Συνταγματάρχη (ΠΖ) Μπέκα Λάμπρου και εγκαθίσταται στις υπάρχουσες εγκαταστάσεις της πρώην Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών, στο νησί.

Η Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών της Σύρου ως παραγωγική Σχολή απέδωσε στο Στράτευμα άριστους υπαξιωματικούς μένοντας πιστή στις παραδόσεις και στέκοντας επάξια δίπλα στους προγόνους της, συνεισφέροντας και αυτή το λιθάρι της στο οικοδόμημα της κοινής ιστορίας.

Η παραμονή της ΣΜΥ στο νησί ήταν αντίστοιχη με αυτή της Πάτρας και διήρκησε μόλις τέσσερα χρόνια καθώς ο Διοικητής της Σχολής, αφού μετέφερε επιτυχώς τη ΣΜΥ από την Πάτρα το 1953, έμελλε να διαταχθεί να την μεταφέρει για ακόμη μία φορά, γενόμενος έτσι ο μοναδικός διοικητής της Σχολής στην Σύρο. Σε πλήρη αντιδιαστολή με την ψυχρή υποδοχή, το βράδυ της 22 Ιουνίου 1957 όλο το νησί συνωστίστηκε στο λιμάνι της Σύρου για να ξεπροβοδίσει τη Σχολή και να αποχαιρετήσει το προσωπικό της, πριν την επιβίβαση του στο αρματαγωγό ΣΑΜΟΣ που θα τη μετέφερε στο νέο της προορισμό, την ομώνυμη νήσο.

ΣΑΜΟΣ

Η Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών το πρωινό της 23 Ιουλίου 1957 καταφθάνει στη νήσο Σάμο και εγκαθίσταται στους στρατώνες, που άλλοτε φιλοξενούσαν το 18ο Τάγμα Πεζικού Σάμου, όπου και θα παραμείνει για τα επόμενα 18 χρόνια.

Διοικητικά η Σχολή ήταν οργανωμένη στα προηγούμενα πρότυπα με μία μεταβολή στον αριθμό των Λόχων. Η διάρκεια της φοιτήσεως των μαθητών μεταβαλλόταν από 1 έως 2 έτη και το πρόγραμμα εκπαιδεύσεως προσαρμοζόταν ανάλογα με τη διάρκεια της φοιτήσεως σε 2 ετήσιους ή εξαμηνιαίους κύκλους αντίστοιχα.

Άξιο μνείας αποτελεί το γεγονός ότι η ΣΜΥ στη νήσο της Σάμου, υπηρετούσε μία διττή αποστολή, καθότι πέρα από παραγωγική Σχολή αποτελούσε και επιχειρησιακό Σχηματισμό. Εν καιρώ ειρήνης, το Επιτελείο και η Διοίκηση της ΣΜΥ αποτελούσαν το Επιτελείο και τη Διοίκηση της 118 ΔΤΕ και ως εκτούτου η αμυντική οργάνωση και σχεδίαση της νήσου λάμβανε χώρα παράλληλα με τη διάπλαση των μικρών Ηγητόρων του Ελληνικού Στρατού.

Σημείο σταθμός για αυτή τη περίοδο αποτελεί το έτος 1969, διότι με νόμο του κράτους οι μαθητές της ΣΜΥ κατά την αποφοίτησή τους ονομάζονταν Μόνιμοι Λοχίες.

Ο κύκλος της ΣΜΥ στη Σάμο θα κλείσει 18 ολόκληρα χρόνια μετά την λαμπρή απόβαση των πρώτων Μαθητών της στη πρωτεύουσα της νήσου Βαθύ.

ΤΡΙΚΑΛΑ

Η Σχολή καταφθάνει στα Τρίκαλα τη Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 1975 και εγκαθίσταται στο Στρατόπεδο «ΚΑΒΡΑΚΟΥ», που άλλοτε αποτελούσε τους στρατώνες του ηρωικού 5ου Συντάγματος Πεζικού Τρικάλων.

Με την αμέριστη στήριξη της κοινωνίας και την πλήρη εμπιστοσύνη της στρατιωτικής Ιεραρχίας, η Διοίκηση της Σχολής απαλλαγμένη από την υποχρέωση της ανασύστασης, αποδέσμευσε πολύτιμους πόρους προς το κομμάτι της αυτοβελτίωσης και της προόδου.

Σήμερα, η αποστολή της Σχολής βάσει του οργανισμού της είναι να παρέχει στους Σπουδαστές ποιοτική εκπαίδευση τρίτου κύκλου σπουδών και να καλλιεργεί παράλληλα το στρατιωτικό πνεύμα προσδίδοντας σ’ αυτούς όλες τις στρατιωτικές αρετές και χαρακτηριστικά. Επιπλέον, πρέπει να διατηρεί το ηθικό των Σπουδαστών σε υψηλό επίπεδο και να βελτιώνει συνεχώς την εικόνα και το κύρος της. Τέλος, η Σχολή πρέπει να αποδίδει στο Στρατό Ξηράς Διοικητικούς και Τεχνικούς Μονίμους Υπαξιωματικούς, ικανούς να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των σύγχρονων Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και να εργάζονται και να επιχειρούν σε διακλαδικό, ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.

Τρίπτυχο του Σπουδαστή αποτελεί η Γνώση, η Πειθαρχία και η Φυσική Κατάσταση. Με γνώμονα ότι ο Μόνιμος Υπαξιωματικός αποτελεί την ραχοκοκαλιά του Στρατεύματος, η ηγεσία του Ελληνικού Στρατού έχει εμπιστευτεί την κρίσιμη αυτή αποστολή στη ΣΜΥ. Η ίδια η Σχολή προσβλέπει με το πέρας των 3 ετών φοίτησης, σε έναν Μαχητή - Εκπαιδευτή, με άριστη φυσική κατάσταση και αυτοπεποίθηση, που θα έχει ενστερνιστεί πλήρως τις στρατιωτικές αρετές, σε έναν ηγήτορα μικρών κλιμακίων, ο οποίος, θα διακατέχεται από επιθετικό πνεύμα και πρωτοβουλία και ένα Στέλεχος με ανεπτυγμένες δεξιότητες, το οποίο θα είναι ικανό να επανδρώσει στο μέλλον επιτελεία.

Η οργάνωση της Σχολής, όπως παρατηρείται και με την αποστολή της, παραμένει σε γενικές γραμμές όμοια με το παρελθόν με μικρές προσαρμογές στις ανάγκες του σήμερα. Όπως και στην πρώτη ίδρυση της το 1884 η Σχολή διαθέτει τη Διοίκηση και το Επιτελείο, τη Διεύθυνση Σπουδών, τα Τάγματα Σπουδαστών και τον Λόχο Διοικήσεως. Οι σύγχρονες απαιτήσεις έχουν διαμορφώσει στο Επιτελείο τις παρακάτω διευθύνσεις: το Γραφείο Προσωπικού και Διοικητικής Μέριμνας, το Γραφείο Επιχειρήσεων και Ασφαλείας, το Γραφείο Έρευνας και Πληροφορικής και το Γραφείο Δημοσίων Σχέσεων – Εθιμοτυπίας, ενώ αυτόνομα υπάρχει το Γραφείο Υγιεινής και Ασφάλειας υπό τον Υποδιοικητή της Σχολής.

Επιπρόσθετα αφήνοντας πίσω τη δεκαετία του ’80 και περνώντας στη τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα, η Σχολή μετασχηματίζεται και αναβαθμίζεται πολλαπλώς. Σε όλη την δεκαετία του ’90, συμβαίνουν αλλαγές που θα αλλάξουν ριζικά τη μορφή της Σχολής και θα διαμορφώσουν αλυσιδωτά το σώμα των Υπαξιωματικών στον Στρατό Ξηράς. Πρώτη σημαντική μεταβολή λαμβάνει χώρα το 1992, οπότε και για πρώτη φορά η Σχολή εντάσσεται στο σύστημα των Πανελληνίων εξετάσεων και υποψήφιοι από όλη την επικράτεια μπορούν με ίσα κριτήρια να διαγωνισθούν για μία θέση στις τάξεις του ένδοξου Στρατού μας.

Δεύτερη μεταβολή που συντελέστηκε εντός της δεκαετίας του ’90 και άλλαξε τελείως τη φυσιογνωμία της Σχολής είναι η είσοδος των πρώτων γυναικών Σπουδαστριών κατά το ακαδημαϊκό έτος 1996-1997. Κανείς δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι η γυναίκα Υπαξιωματικός προερχόμενη από τη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών είναι ισάξια οποιουδήποτε άντρα του Ελληνικού Στρατού. Η ίση μεταχείριση των δύο φύλων σε ότι αφορά στις δυσκολίες της εκπαιδεύσεως κατά τη διάρκεια της φοιτήσεως μεταμορφώνει την έφηβη σε μαχητή και ικανό στέλεχος, αφήνοντας μετέωρη οποιαδήποτε αμφιβολία για την μαχητική αξία της.

Τέλος το 2015 η υποχρεωτική φοίτηση αυξάνεται σε τρία χρόνια για τους Σπουδαστές. Ο θεσμός της τριετούς φοίτησης στη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών δεν είναι πρωτόγνωρος, διότι στο παρελθόν τόσο στο «Προπαρασκευαστικόν Υπαξιωματικών Σχολείον» όσο και στη «Προπαρασκευαστική Σχολή Υπαξιωματικών» είχε εφαρμοστεί η μεγαλύτερη των δύο ετών εκπαίδευση, ακόμα και με διάρκεια πέντε ετών.

Πλέον η Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας των Τρικάλων και χαρακτηριστική είναι η αγάπη με την οποία αγκαλιάζει η τοπική κοινωνία τη Σχολή, με κάθε ευκαιρία, αφού εκτός των άλλων η επιβλητική παρουσία της, ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας των κατοίκων και ανυψώνει το εθνικό τους φρόνημα.